Μονή του Μέσα Ποταμού

Μέσα στο δάσος του Τροόδους, σε μια κατάφυτη περιοχή, ξεπροβάλλει η Μονή του Μέσα Ποταμού, αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο. Ο ρώσος περιηγητής, Μπάρσκυ, τον 18ο αιώνα, γράφει χαρακτηριστικά πως «ευρίσκεται μεταξύ ωραίων ορέων κεκαλυμμένων δια πυκνών δασών μετά πολλών πεύκων, έχει γλυκείας πηγάς ύδατος, πλησίον μικρού ποταμού ή μεγάλου χειμάρρου».

 Η Μονή, σύμφωνα με τον Νίκο Χρίστου, ανάγεται στην Βυζαντινή Περίοδο, σαφέτσερα τον 12ο αιώνα, κατά τον οποίον αναγέρθηκαν και οι υπόλοιπες μονές της περιοχής. Η χρονολογία αυτή, όπως τεκμηριώνει ο Χρίστου μέσα από τα συγγράμματα του Αρχιμανδρίτη Επιφανίου, μαρτυρείται από την εικόνα του 12ου αιώνα, της Ζωοδόχου Πηγής Σαϊττιώτισσας. Η συγκεκριμένη εικόνα περί το 1914, όταν η Μονή καταστράφηκε από τον μητροπολίτη Μελέτιο Μεταξάκη, μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, του γειτονικού χωριού Κούκα. Εν συνεχεία, από το 2003, η εικόνα μεταφέρθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι το 1914 η Μονή μετατράπηκε σε ξενοδοχείο.

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τη Μονή ανάγεται στον 15ο αιώνα. Ειδικότερα, πρόκειται για ένα διάταγμα με ημερομηνία 4 Απριλίου 1468 του φράγκου βασιλιά Ιακώβου Β΄. Σύμφωνα με το διάταγμα, ο βασιλιάς παραχώρησε οικονομική βοήθεια στον τότε ηγούμενο της Μονής, Γρηγόριο. Η οικονομική βοήθεια περιελάμβανε «οίνον δώδεκα μέτρων και πέντε βυζαντινά δηνάρια».

Η Μονή ανακαινίσθηκε το 2003 κατόπιν «καθοδήγησης του Μητροπολίτη Λεμεσού Κ Αθανάσιου και της συνεισφοράς του αείμνηστου συμπατριώτη Κωνσταντίνου Λεβέντη». Την ίδια χρονιά στελεχώθηκε με επτά μοναχούς.

Άλλη γραπτή πηγή που αναφέρεται στην Μονή είναι το φιρμάνι της εποχής της τουρκοκρατίας. Σ’ αυτό ανανεωνόταν το δικαίωμα της Μονής να χρησιμοποιεί το νερό του Μέσα Ποταμού «για την άρδευση της μεγάλης κτημοσύνης που είχε στο μετόχιο του Σαϊτά». Ο αύλακας, ο οποίος διοχέτευε το νερό από την Μονή στην περιοχή του Σαϊτά σώζεται μέχρι τις μέρες μας και αποτελεί έργο της Μονής, τετρακοσίων και πλέον ετών. Είναι ενδιαφέρον πως το νερό χρησιμοποιείτο για τη λειτουργία «ξυλοσχιστικής μηχανής», αλευρόμυλου καθώς και μιας μηχανής που τροφοδοτούσε με ηλεκτρισμό και τις εξοχικές κατοικίες.

Σημαντικές πληροφορίες για την Μονή πηγάζουν και από την περιήγηση του Μπάρσκυ. Συγκεκριμένα, γράφει πως η «Μονή έχει μικρόν ναόν και μόνον δύο, τρία κελιά κεκαλυμμένα δια κεράμων εναντίον της χιόνος, έναν Ηγούμενον μετά δυο μοναχών, έναν κήπον και μερικούς αμπελώνας. Οι μοναχοί συντηρούνται ως εις άλλας μονάς εκ της γεωργίας και βοσκής αιγών. Ο ίδιος συμπληρώνει, «με μια λέξιν έναν πολύ θελτικόν τοπίον απομονωμένον από τον κόσμον, κατάλληλον όχι μόνον δια μοναχικήν, αλλά και δια αναχωρητικήν ζωήν». Αναμφισβήτητα, ο Μπάρσκυ φαίνεται εντυπωσιασμένος με την τοποθεσία της Μονής αλλά ταυτόχρονα απογοητευμένος με την αρχιτεκτονική της, γι’ αυτό και γράφει «το περιβάλλον είναι θαυμάσιον, τα κτίρια της είναι άσχημα».

Η Μονή, όπως προαναφέρθηκε, λειτούργησε ως ξενοδοχείο από το 1914 μέχρι και το 1960. Αργότερα, εγκαταλείφθηκε, και μέχρι και το 1998 έφερε έντονα σημάδια φθοράς. Τότε, δηλαδή το 1998, ο μητροπολίτης Λεμεσού, Χρύσανθος κατέλαβε προσπάθειες για την αναπαλαίωση της εκκλησίας, τις οποίες συνέχισε ο επόμενος μητροπολίτης, Αθανάσιος. Τελικά, η αναπαλαίωση της Μονής αποπερατώθηκε το 2003. Το 2005, επαναλειτούργησε και επανδρώθηκε από τον αρχιμανδρίτη Νικόλαο και επτά μοναχούς.

Αξίζει να σημειωθεί πως το 1949, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος παρέμεινε στην Μονή για αρκετές ημέρες με σκοπό να συντάξει τα έγγραφα του Ενωτικού Δημοψηφίσματος. Κατά το 1950 έως 1954, η Μονή αποτέλεσε σημείο συνάντησης του Μακαρίου του Γ΄ με τον στρατηγό της ΕΟΚΑ, Γρίβα.

Τέλος, χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς πως η Μονή αποτέλεσε καταφύγιο των αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Συγκεκριμένα, φιλοξένησε τους αγωνιστές που υπάγονταν στον τομεάρχη Τροόδους Λεύκιο Ροδοσθένους. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, αρκετές φορές οι βρετανοί στρατιώτες εισέβαλλαν στην Μονή προσπαθώντας μάταια να ανακαλύψουν τις κρυψώνες των αγωνιστών. Το πέρασμα των βρετανών στρατιωτών συχνά συνοδευόταν με «μεγάλες ζημιές στα κτήρια και στην εκκλησία».